Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Ο Ελύτης και οι δύο Ελλάδες

Αποτέλεσμα εικόνας για ελυτης φωτογραφιες
Ολες οι συνεντεύξεις, 37 συνολικά, που έδωσε ο νοµπελίστας ποιητής σε εφηµερίδες και περιοδικά µεταξύ 1942-1992 σε µία έκδοση. Ενα σχέδιο που είχε προαγγείλει ο ίδιος, αλλά δεν πρόλαβε να εκπληρώσει
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Βήμα, 16/10/2011 05:45«Για µένα υπάρχει η Ελλάδα η δική µου. Δεν είναι η Ελλάδα η τρέχουσα. Και το έργο µου έρχεται σαν βράχος στο κύµα που τη χτυπά. Αντιστέκεται. Και η αντίσταση είναι ουσιαστική. Βγαίνει έµµεσα µε κάτι που διαρκεί – αυτό είναι και το ουσιώδες του δηµιουργού. Διότι η Ελλάδα µπορεί να είναι και εκατό χρόνια σε πτώση κι εγώ γράφω ένα ποίηµα που έχει αντίκρισµα στην Ελλάδα την παντοτινή» έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης το 1988, εννέα χρόνια µετά τη βράβευσή του µε το Νοµπέλ Λογοτεχνίας το 1979.

Ο ποιητής διεκδικεί µια ανεξάρτητη θέση µέσα στον κόσµο για λογαριασµό της τέχνης του, µια στάση αυστηρά προσωπική την οποία διαφυλάττει προκειµένου να ξεδιπλώσει στο παρόν, µε το ένα µάτι βυθισµένο στο παρελθόν και το άλλο στο µέλλον, το «όραµά» του, ένα όραµα καµωµένο από µια ουσία ελληνική, άχρονη και αναλλοίωτη. Η αισθητική, η ποιότητα, που για αυτόν ήταν το παν, ενέχει µε όρους απόλυτους - «διαφανείς» θα τους ονοµάτιζε ο Ελύτης - την ηθική συνέπεια και την ιερότητα της «αποστολής» του. Η γλώσσα τού ποιητή, η ελληνική γλώσσα της αδιάσπαστης συνέχειας, µε την οποία ο ίδιος χάραξε «µε σοφία και θάρρος» το σηµείο ενατένισης της πατρίδας και του εαυτού του, είναι η µαγιά µε την οποία έπλασε τον ατοµικό του (και συλλογικό µας) µύθο, «έναν µύθο µε άξονα το φως και τονέρωτα έως θανάτου».Εναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, το 1995, ο Οδυσσέας Ελύτης προήγγειλε µέσω του Τύπου τη συγκέντρωση των συνεντεύξεων που έδωσε κατά τη διάρκεια µισού αιώνα (1942-1992) παρουσίας του στα νεοελληνικά γράµµατα.

Η έκδοση µε τον τίτλο Συν τοις άλλοις , που κυκλοφόρησε πρόσφατα, είναι η ετεροχρονισµένη εκπλήρωση ενός σχεδίου του ίδιου του ποιητή, όπως µας πληροφορεί στο εισαγωγικό της σηµείωµα η σύντροφος και κληρονόµος του Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Οι 37 συνεντεύξεις του βιβλίου, δοσµένες κατά κύριο λόγο σε εφηµερίδες και περιοδικά (πλειοψηφούν «Το Βήµα» και «Τα Νέα»), συσσωµατώθηκαν στη βάση της πρώτης επιλογής που έκανε ο ίδιος ο ποιητής και προστίθενται πλέον δίπλα στην ποίηση, στην πρόζα, στο δοκιµιακό και µεταφραστικό του έργο.

Αποσπασµατική αυτοβιογραφία
Επί της ουσίας, ο άνθρωπος και ποιητής Οδυσσέας Ελύτης αυτοβιογραφείται µε έναν τρόπο αποσπασµατικό, αλλά επαρκέστατο και εν πολλοίς αποκαλυπτικό (η συνοχή της έκδοσης αναδύεται στο τέλος) για εκεί νους που θα αναζητούσαν λ.χ. µια εισαγωγή όχι µόνο στο έργο του, αλλά και στο σύµπαν, πραγµατικό και συµβολικό, από το οποίο γεννήθηκε. Ο Ελύτης, µε αφορµή τις ερωτήσεις των συνοµιλητών του, βρίσκει την ευκαιρία να µιλήσει για τον Ελύτη σε δηµόσια θέα, άλλοτε µε πάθος και ευαισθησία, άλλοτε µε ένταση και σοβαρότητα, ευρισκόµενος σε µια συνθήκη όπου, εκ των πραγµάτων, γίνεται πιο άµεσος εξαιτίας του προφορικού λόγου.

Κατά τα λοιπά, έχουµε έναν Ελύτη λειτουργικά επαναληπτικό. Η επανάληψη αυτή (εκλεπτυσµένα διαφορετική από έναν ποιητή του διαµετρήµατος αυτού που πάντα προσθέτει κάτι) µετατρέπεται σε ένα πλαίσιο βασικών αναφορών που διαπερνούν το έργο του. Οταν δεν είναι επικριτικός γίνεται ελεγχόµενα εξοµολογητικός, αποσαφηνίζοντας σε µεγάλο βαθµό ό,τι θεωρείται «ερµητικό» για την προσέγγιση της ποίησής του και τη στάση του απέναντι στη ζωή. Οταν ο Ελύτης αναφέρεται στις επιρροές και στην ενσυνείδητη διαχείριση των επιδράσεων άλλων δηµιουργών πάνω του γίνεται απολαυστικός. Οι µεταβάσεις λ.χ. από τον ∆ιονύσιο Σολωµό στον Πολ Ελιάρ και από τον Θεόφιλο στον Πάµπλο Πικάσο είναι ενδεικτικές της οικουµενικής αντίληψης του ποιητή για την Ελλάδα.

Η εξονυχιστική ανάλυση πάντως αποφεύγεται, καθώς «θ’ αποτελούσε δολοφονία της φαντασίας του αναγνώστη». Εξάλλου «ο ποιητής απασχολείται όχι µε τον τρόπο που παρουσιάζονται τα ιστορικά ή κοινωνικά φαινόµενα, αλλά µε τον τρόπο που λειτουργεί η συναισθηµατική αντίδραση του συνόλου των ανθρώπων απέναντι σ’ αυτά», εξηγούσε από το 1951 ακόµη ο Ελύτης.

Ο αναγνώστης θα αντιληφθεί χωρίς µεγάλη δυσκολία ότι ο ποιητής είχε µια συνεκτική θεωρία για την τέχνη του, ένα ποιητικό πρόγραµµα «πύκνωσης και µετουσίωσης της γλώσσας», επιβεβληµένο από την τεράστια πνευµατική παράδοση του τόπου του αφ’ ης στιγµής «ο κάθε ποιητής πραγµατώνεται µέσα απ’ τη γλώσσα του».Ο Ελύτης είναι ένας αλχηµιστής που καταφάσκει στη µαγεία και στο βάθος των αισθήσεων, κινείται από µια λαχτάρα «παρθενικότητας» και «διαφάνειας» στην ποίηση για να πολεµήσει την ασχήµια της εποχής του «µε όπλα την οµορφιά και την αθωότητα». Α λλωστε«εγώ ήµουν, απλά και µόνον, ένας χηµικός που έβαζε λίγο βόρειον άνεµο, λίγο λουλακίθαλάσσης, λίγο δέρµα νέας κοπέλας, λίγη κατάνυξη αγιότητας, για να βγάλει το αποτέλεσµα που η ζωή του στερούσε» υπογράµµιζε ο ποιητής, του οποίου «η παιδική ηλικίαδιαµορφώθηκε µέσα σε µιαν ατµόσφαιρα καταθλιπτική».

«Η κακοδαιµονία µας»
Ο Ελύτης, πνεύμα αντίθετο προς όλες τις εξουσίες, επανέρχεται συνεχώς στην κακοδαιμονία της ελληνικής ζωής και διεκδικεί μια πικρή διαχρονικότητα προβληματισμού. «Υπάρχουν δύο Ελλάδες. Αυτή που εξαναγκάζει και τους ίδιους τους υπηκόους της να καταπονεί και σε έναν διεθνή χορό μεταμφιεσμένων να μετέχει με το φόρεμα της Ευρωπαίας (διάβαζε: Αμερικάνας). Και υπάρχει η άλλη, που εξακολουθεί να υπακούει στον Ηράκλειτο και στον Μακρυγιάννη. Η πρώτη μπορεί να καταλυθεί μια μέρα. Η δεύτερη, ακόμη και αν μείνει χωρίς υπόσταση, ποτέ. Τουλάχιστον εγώ, γι’ αυτήν υπάρχω» έγραφε το 1982.

Μαζί με αυτή τη συλλογή των συνεντεύξεων κυκλοφορεί και ένα ηχητικό ντοκουμέντο, ένα CD με τη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία» στις 19 Οκτωβρίου 1979 με αφορμή την αναγγελία για τη βράβευση του Ελύτη με το Νομπέλ Λογοτεχνίας.



Το χρυσό μετάλλιο του βραβείου Νόμπελ, που απονεμήθηκε στον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη (1911-96), στις 10 Δεκεμβρίου 1979.
Δωρεά Οδυσσέα Ελύτη ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Oι πραγματικοί ταξιδιώτες είναι αυτοί μόνο που φεύγουν

Ξύπνησα σήμερα με έναν έντονο «πόνο της φυγής» (mal du départ) τον λέει ο Καββαδίας.

Μου συμβαίνει συχνά αυτό, όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια. Το έχω περιγράψει και αλλού:

«Πολλά είναι τα πρωινά που ξυπνάω με γεύση ματαιότητας και θανάτου. Όμως είναι και άλλα όπου με διακατέχει μία έντονη επιθυμία απόδρασης.

Ονειρεύομαι πως, σιωπηλά, χωρίς κανείς να με πάρει μυρωδιά, μαζεύω μερικά απαραίτητα πράγματα και εξαφανίζομαι. Το που πάω δεν έχει σημασία και αλλάζει από ξημέρωμα σε ξημέρωμα: άλλοτε λιάζομαι σε εξωτικά μέρη και άλλοτε χάνομαι σε μεγαλουπόλεις.

Σημασία έχει ότι φεύγω. Αυτή η λαχτάρα της φυγής είναι τόσο έντονη που με πονάει σωματικά». (Οι Δρόμοι μου, σελ. 652 «Φεύγοντας Ακίνητος»).

Ναι το κεφάλαιο λέγεται «Φεύγοντας ακίνητος» γιατί όσο περισσότερο νιώθω αυτόν τον πόθο, τόσο δεν πάω πουθενά. «Οι χειρότερες φυλακές» λεω παρακάτω, δεν είναι αυτές που δεν μπορείς αλλά που δεν θέλεις να φύγεις».

Α, το ταξίδι! Έχω κάνει πολλά – αλλά είναι πάντα λίγα. Κι όσο περνάνε τα χρόνια, βγάζω ρίζες και μετακινούμαι πιο δύσκολα. Το ξεκίνημα, το ξερίζωμα πονάει – αλλά μετά νιώθεις φτερό στον άνεμο που σε τρέχει. Και φεύγεις, φεύγεις.

Καλύτερα από όλους έχει περιγράψει αυτό το αίσθημα ο Baudelaire:

Mais les vrais voyageurs sont ceux-là seuls qui partent
Pour partir;

Μα οι πραγματικοί ταξιδιώτες είναι αυτοί μόνο που φεύγουν. 

Για να φύγουν. Ανάλαφρες καρδιές, σαν αερόστατα 
Από την μοίρα τους ποτέ δεν απομακρύνονται
Και δίχως να ξέρουν γιατί, λένε πάντα : πάμε!

Ναι, ξύπνησα το πρωί με μια γεύση φυγής στο στόμα. Κι όσο μπορώ, θα την αξιοποιήσω. Ίσως μέσα στη μέρα πεταχτώ σε έναν από τους Κρυφούς Τόπους όπου μπορείς να μείνεις μόνος μέσα σε πολλή ομορφιά.

Έχω ένα κατάλογο από αυτούς του τόπους – κάτι πανέμορφοι αρχαιολογικοί χώροι σε ακτίνα δύο ωρών από την Αθήνα, όπου δεν θα συναντήσετε ποτέ επισκέπτη ή τουρίστα (ίσως κανένα αρχαιομανή Γερμανό) ακόμα και στην μεγάλη τουριστική έξαρση.

Η φυγή. Το ταξίδι. Κι αν ακόμα δεν φύγω, η αίσθηση της αλλαγής με γέμισε.

«Αλλά αχ, εκείνα τα πρωινά που σε πλημμυρίζει η βεβαιότητα της απόδρασης! Τώρα, λες, ΤΩΡΑ θα τα παρατήσω όλα και θα φύγω. Για μια στιγμή είσαι γεμάτος και ευτυχής».

Νίκος Δήμου, πρωτότυπος τίτλος:  "Mal du départ"

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Ελύτης: Γιατί γράφω

Η ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε. Κι έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά»
 Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ.
 Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία. Η αίσθηση του «γυρισμού των πραγμάτων» μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλ’ ορθός -καθώς το θέλησα.
 ΕΝΑΣ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ· που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω-κάτω και περιμένω… Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήζει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε είναι μια κοπέλα· κάποτε, πάλι, δυο-τρεις στίχοι· πολλές φορές, απλά και μόνον το καλοκαίρι.
 ΤΑ ΠΙΟ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ, ΤΑ ΠΙΟ ΑΟΡΑΤΑ -ο τρόπος που γέρνει λίγο πιο λοξά ένα πουλί, που φωνάζει λίγο πιο δυνατά ο γιαουρτάς το δειλινό στον κατηφορικό δρόμο, που μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο αναπάντεχα μια μυρωδιά καμένου χόρτου (που βρέθηκε; από πού να ’ρχεται;), παίρνουν ολάκερη τη σημασία τους, λες κι έχουν αποστολή τους μοναδική να με πείσουν ότι, όπου να ’ναι, σήμανε ο ερχομός της αγαπημένης.
 ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ. ΓΙΑΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΙΖΕΙ από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός.
 ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΓΡΑΦΩ. ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΓΟΗΤΕΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΚΟΥΩ σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός -που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου». Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση. Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα, σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή. 
ΚΑΠΟΤΕ, ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ, Μ’ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΑΝΕ και σ’ αυτό. Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ, από πού κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας. Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει άλλα παρ’ όλ’ αυτά το ξέρει πως υπάρχει· και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει μήτε να την υπερβεί. Θέλουμε δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας, που από δικό μας λάθος αποστερούμαστεΝα από πού ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης. 
ΕΤΣΙ, ΑΝΑΜΕΣ’ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΑΦΟΡΟ «ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΙΝΟΝ» και τις «εχθρικές Εξουσίες» πέρασα όπως ανάμεσ’ απ’ τις Συμπληγάδες. Κι ότι δεν υπάρχει χρυσόμαλλο δέρας είναι ψέματα· ο καθένας από μας είναι το χρυσόμαλλο δέρας του εαυτού του. Κι ότι δεν αφήνει ο θάνατος να το δούμε, και να τ’ αναγνωρίσουμε, είναι απάτη· πρέπει ν’ αδειάσουμε το θάνατο απ’ αυτά που τον έχουν παραγεμίσει, να τον φτάσουμε στην απόλυτη καθαρότητα, για ν’ αρχίσουν να ξεχωρίζουν μέσ’ απ’ αυτόν τ’ αληθινά βουνά και η αληθινή χλόη, ο γδικιωμένος κόσμος γιομάτος δροσοσταλίδες που λάμπουν καθαρότερες από τα πιο πολύτιμα δάκρυα.
 ΝΑ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ, με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή: την πλήρη αντιστροφή, την απόλυτη διαφάνεια. Απόσπασμα  από το δοκίμιο του Οδυσσέα Ελύτη, Ανοιχτά Χαρτιά, εκδόσεις Ίκαρος.  

 Πηγή: το 23ο γράμμα [Πηγή: www.doctv.gr].  

Πέμπτη 16 Απριλίου 2015

Τι είναι ο έρωτας, από τον Χρόνη Μίσσιο

Τι είναι ο έρωτας;
Έρωτας είναι το ίπτασθαι οικειοθελώς,
το ωραιάσθαι αενάως,

το εγγίζεσθαι χαιδευτικώς,
το ποθείν καθ'ολοκληρίαν,
το καλλωπίζειν το χώρο,

το φαντάζεσθαι εγχρώμως,
το διαλέγεσθαι μωβ,
το αντι-εξουσιάζεσθαι ανυπερθέτως,
το συνουσιάζεσθαι επαναληπτικώς.

Γενικώς το ευ ζειν...
Το αποπλανάσθαι στην απουσία της μοναξιάς...

Χρόνης Μίσσιος, "Κεραμίδια στάζουν"

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Από την «Εαρινή Συμφωνία» του Γιάννη Ρίτσου

 «Εαρινή Συμφωνία» Ν. Γύζης
Η Εαρινή Συμφωνία, 1885-1886. Ελαιογραφικό προσχέδιο σε ξύλο.
Άκου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ΄ τα χείλη των παιδιών
απ΄ την άγνοια των χελιδονιών
απ΄ τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ΄ τ΄ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.
Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δεν γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Στον ίδιο χώρο

Στον ίδιο χώρο

Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
που βλέπω κι όπου περπατώ· χρόνια και χρόνια.
Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες:
με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.
Κ’ αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα . Κ. Π. Καβάφης

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Μάθημα ζωής:''Το Παράπονο»

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
 Μούτρα. Νʼ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.
Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.
Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σʼ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν το κυνηγά πάντα, πάντα θα ʽναι αργά δεύτερη ζωή δεν έχει.
(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)
Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
άλλα είναι εκείνα που αγαπώ
γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα.
Στ’ αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ’ ομολογώ.
Σαν να `μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα.
Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά, 
πάντα πάντα θα `ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.
της Ελευθερίας Τελειώνη 
Πηγή:protagon.gr

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

10 φράσεις που πρέπει καθημερινά να λέμε στα παιδιά μας


1Ο ψυχολόγος και οικογενειακός σύμβουλος Steve Biddulph στο βιβλίο του The Secret of happy Children μας δίνει τις δέκα βασικές φράσεις που θα βοηθήσουν στο να γίνουν τα παιδιά μας (ακόμη πιo) ευτυχισμένα…

1. «Σ” ευχαριστώ!»

Μοιάζει αυτονόητο, αλλά πόσο συχνά θυμόμαστε να ευχαριστήσουμε τα παιδιά μας αναγνωρίζοντας την προσπάθειά τους να μας βοηθήσουν; «Σ’ ευχαριστώ που έστρωσες το τραπέζι κι εγώ βρήκα το χρόνο να κόψω τη σαλάτα». Τέτοιες προτάσεις ισοδύναμες του «μπράβο», μπορούν να ανεβάσουν ψηλά την αυτοπεποίθησή του, αλλά και να καλλιεργήσουν θετικά το κλίμα συνεργασίας μέσα στην οικογένεια.

2. Για πες μου κι άλλα γι’ αυτό!

Είναι η φράση – κλειδί που ενθαρρύνει το παιδί να μιλήσει για όλα όσα νιώθει και να αρχίσει να μας εκμυστηρεύεται ότι το απασχολεί. Στην πραγματικότητα δεν έχει τόσο σημασία τι θα πει, όσο το να νιώσει άνετα να μας μιλήσει για την καθημερινότητά του. Και βέβαια να νιώσει πως υπάρχει πάντα ένα «πρόθυμο» αυτί πάντα εκεί για να το ακούσει.

3. «Μπορείς να το κάνεις!»

Είναι μια έκφραση που ενθαρρύνει το παιδί να τολμήσει, να δοκιμάσει κάτι καινούργιο, να κάνει ένα πρώτο βήμα, να επιμείνει απέναντι στη δυσκολία. Παράλληλα η συγκεκριμένη έκφραση του δίνει τη σιγουριά πως εσείς θα είστε πάντα δίπλα του.

4. «Πώς μπορώ να βοηθήσω;»

Η προθυμία μας να βοηθήσουμε (προσοχή, απλώς να βοηθήσουμε όχι να κάνουμε τη δουλειά για λογαριασμό του) προσφέρει το πολύτιμο συναίσθημα της υποστήριξης στο παιδί. Για παράδειγμα μπορείτε να του πείτε: «νομίζω πως μπορείς να διαβάσεις και μόνο σου την ιστορία, αλλά μήπως να σε βοηθούσα με κάποιες άγνωστες λέξεις;» Επίσης η συγκεκριμένη φράση το βοηθάει να εξοικειωθεί με μια πιο γενναιόδωρη και ακομπλεξάριστη συμπεριφορά που μπορεί να υιοθετήσει και το ίδιο απέναντι στους συνομηλίκους του.
2

5. «Ας βάλουμε όλοι ένα χεράκι να…»

…συμμαζέψουμε το σπίτι, καθαρίσουμε το δωμάτιο, φυτέψουμε τον κήπο… κοκ. Για ένα παιδί δεν είναι ποτέ νωρίς να μάθει να συνεργάζεται ή να βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού. Οι κοινές οικογενειακές δραστηριότητες όχι μόνο ενισχύουν την δημιουργικότητά του, αλλά του δημιουργούν και όμορφες οικογενειακές αναμνήσεις.

6. «Αγκαλιά;»

Τα παιδιά χρειάζονται να τους λέμε ότι τα αγαπάμε, αλλά και να τους το δείχνουν. Η αγκαλιά είναι ο πιο γλυκός, άμεσος και υπέροχος τρόπος για να δείξουμε την τρυφερότητα, την υποστήριξη και την αγάπη μας. Βέβαια, όσο τα παιδιά μεγαλώνουν αλλάζει και ο τρόπος που θέλουν να τους εκδηλώνουμε την τρυφερότητά μας: Άλλα μπορεί να επιμένουν σε μια αγκαλιά «διαρκείας», άλλα προτιμούν ένα χάδι στην πλάτη, ένα φιλάκι στο μάγουλο ή μια πιο σύντομη αγκαλιά.

7. «Παρακαλώ»

Μια διαχρονική και all time classic λέξη που δηλώνει ευγένεια. Αυτή η μαγική λέξη πάντα λειτουργεί θετικά με τους ξένους, γιατί όχι και με το παιδί μας;

8. «Μπράβο, καλή δουλειά»

Η λεκτική επιβράβευση από έναν περήφανο γονιό δίνει φτερά στο παιδί για να επιστρατεύσει τις δυνάμεις του και να ανοιχτεί σε νέα επιτεύγματα. Αυτό που θα πρέπει να προσέξετε, είναι να είστε «σαφείς» με την επιβράβευση. Δηλαδή να λέμε το μπράβο όταν το νιώθουμε πραγματικά και για μια συγκεκριμένη προσπάθεια ή συμπεριφορά. Αν το λέμε με ευκολία για καθετί χάνει την αξία του.

9. Είναι ώρα για…

…ύπνο, μελέτη, ξεκούραση, να κλείσει η τηλεόραση… Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο τα παιδιά λειτουργούν. Αυτό το πρόγραμμα τους δίνει την αίσθηση της σιγουριάς που κάθε παιδί χρειάζεται. Ειδικά όταν τα παιδιά είναι ακόμα μικρά.

0. «Σ” αγαπώ»

Όλοι χρειαζόμαστε να ακούμε αυτές τις δυο λέξεις. Πόσο μάλλον τα παιδιά. Αυτές οι δύο λέξεις θα χαρίσουν τη δύναμη που χρειάζονται για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες, αλλά θα γεμίσει και την καρδιά τους με θετικά συναισθήματα.
[via]http://fanpage.gr/family/pedi/10-%CF%86%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%AC-%CE%BD%CE%B1-%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%B5/

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

21 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Η Παγκόσμια  Ημέρα Ποίησης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου. Η αρχική έμπνευσή της ανήκει στον έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα, ο οποίος το φθινόπωρο του 1997 πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, και να οριστεί συγκεκριμένη μέρα γι' αυτό.
Η εισήγησή του έφτασε με επιστολή στα χέρια του ποιητή και μελετητή της ποίησης Κώστα Στεργιόπουλου, προέδρου τότε της Εταιρείας Συγγραφέων. Η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου πρότεινε ως ημέρα εορτασμού την 21η Μαρτίου, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, που συνδυάζει το φως από τη μία και το σκοτάδι από την άλλη, όπως η ποίηση, που συνδυάζει το φωτεινό της πρόσωπο της αισιοδοξίας με το σκοτεινό πρόσωπο του πένθους. Η πρώτη Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε το 1998 στο παλιό ταχυδρομείο της πλατείας Κοτζιά. Ετοιμάστηκε με ελάχιστα έξοδα και πολλή εθελοντική δουλειά, και είχε μεγάλη επιτυχία.
Την επόμενη χρονιά ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, εισηγήθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του οργανισμού η 21η Μαρτίου να ανακηρυχθεί Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, όπως η 21η Ιουνίου είναι Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής. Οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Τυνήσιοι και άλλοι πρέσβεις από χώρες της Μεσογείου υποστήριξαν την εισήγηση και η ελληνική πρόταση υπερψηφίστηκε.
Τον Οκτώβριο του 1999, στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Το σκεπτικό της απόφασης ανέφερε: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη, αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της. Οι πολύ δημοφιλείς ποιητικές αναγνώσεις μπορεί να συμβάλουν σε μια επιστροφή στην προφορικότητα και στην κοινωνικοποίηση του ζωντανού θεάματος και οι εορτασμοί μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την ενίσχυση των δεσμών της ποίησης με τις άλλες τέχνες και τη φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ντελακρουά "Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση"».


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/worldays/8#ixzz3Uxf7juGD

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Η επανάσταση του έρωτα

Η επανάσταση του έρωτα 
«Ο έρωτας, αυτή η πυρηνική επαναστατική πράξη που εναντιώνεται σε κάθε σύστημα εχθρικό προς τη ζωή»Το Εμείς του Γεβγένι Ζαμιάτιν (1921) είναι το μυθιστόρημα προπομπός των δυστοπικών μυθιστορημάτων του 20ού αιώνα (και μπορείτε να το διαβάσετε όλο εδώ). Ο Όργουελ άρχισε να γράφει το 1984 λίγο μετά την ανάγνωσή του και ακολούθησαν ο Χάξλεϊ με τον Θαυμαστό Κόσμο (1932) και ο Μπράντμπερι με το Fahrenheit 451 (1954). Επηρέασε το Anthem της Ayn Rand, το The Dispossessed της Ursula Le Guin και, έμμεσα, τον Κουρτ Βόνεγκατ στο Ο πιανίστας. «Στο Εμείς μολονότι οι ήρωες είναι ανώνυμοι Αριθμοί, ο καθένας απ' αυτούς δεν παύει να είναι μια ξεχωριστή πραγματικότητα, πειστικά και συγκινητικά ζωντανή. Είναι επίσης μια μελέτη της κοινωνίας που ισχυρίζεται ότι βασίζεται αποκλειστικά στον αμιγή ορθολογισμό -και ως εκ τούτου μετατρέπεται σε θανάσιμη, απάνθρωπη, παράλογη. Το Εμείς είναι επίσης μια βαθιά συγκινητική ανθρώπινη τραγωδία, μια μελέτη των διαφορετικών μορφών που μπορεί να πάρει η ανθρώπινη αγάπη». ΣΤΙΣ ΠΙΟ ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΣΤΟΠΙΕΣ ΑΥΤΕΣ, ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΤΑΙ ένα ιεραρχικό κράτος-κοινωνία που ελέγχεται από έναν ηγέτη, ένα κόμμα ή κάποια εταιρεία. Οι άνθρωποι υφίστανται ολοκληρωτική προπαγάνδα, εκπαίδευση κι επιτήρηση, ώστε να λατρεύουν το κράτος και την κυβέρνηση και να είναι ευχαριστημένοι από την ποιότητα ζωής τους. Επικρατεί αυστηρή ομοιομορφία μεταξύ των πολιτών και οι αμφισβητίες ή οι διαφορετικοί εξοστρακίζονται. Ο περιθωριακές κοινότητες και η ανεκμετάλλευτη φύση συνεχίζει να υπάρχει, αλλά αντιμετωπίζεται με αποστροφή, ενώ τα παραδοσιακά στοιχεία θεωρούνται πρωτόγονα. Παντού εφαρμόζεται ένα άτεγκτο σύστημα τιμωρίας της παρέκκλισης. Τέλος, παντού κυριαρχεί η φιγούρα του ρομαντικού ήρωα που αμφισβητεί αυτή την κοινωνική πραγματικότητα. ΚΟΙΝΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΑ ΔΥΣΤΟΠΙΚΑ ΕΡΓΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ και τελικά ανίκητος εχθρός όλων των ολοκληρωτισμών είναι ο έρωτας, αυτή η πυρηνική επαναστατική πράξη που εναντιώνεται σε κάθε σύστημα εχθρικό προς τη ζωή. Σε τέτοιες καταστάσεις, ο έλεγχος των απρόβλεπτων ανθρώπων επιτυγχάνεται μέσα από την επιβολή της επιφανειακής λογικής και το ξερίζωμα του συναισθηματικού κόσμου. Ο θεός Λόγος, όμως, τα βρίσκει σκούρα με τον έρωτα. ΤΟ ΠΙΟ ΑΠΕΙΘΑΡΧΟ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟ και ξεφυτρώνει εκεί που δεν μπορούν να προβλέψουν οι ολοκληρωτικοί λογισμοί του καθεστώτος. Πώς μπορεί να μετατραπεί σε δουλικό αυτόματο ένας άνθρωπος, όταν δίνεται ολόψυχα και «ελέγχεται» από κάποια άλλη απρόβλεπτη ψυχή; ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΡΟΠΥΡΓΙΟ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΚΡΑΤΑΕΙ ΓΕΡΑ. Οι άνθρωποι, μέσω του έρωτα, δημιουργούν ένα αλληλέγγυο δίκτυο των ψυχών τους, οι οποίες διατηρούν τη συνοχή τους και, εντέλει, την υπόστασή τους, όσο ερωτεύονται. Ο ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΕΧΕΙ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΛΥΣΗ: ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, να φυτέψει στο μυαλό των υπηκόων την αγάπη για το καθεστώς. Τα όπλα του, όμως, πλήττουν μόνο το μυαλό· αυτό που προσφέρει είναι μια φτηνή απομίμηση και ορισμένα διεισδυτικά βλέμματα θα διακρίνουν πάντα τα κακέκτυπα και θα τ’ απορρίπτουν. Το απόσπασμα είναι από το επίμετρο του μυθιστορήματος Εμείς, του Γεβγένι Ζαμιάτιν, εκδόσεις Εξάρχεια. Ο Γεβγένι Ζαμιάτιν (1 Φεβρουαρίου 1884-10 Μαρτίου 1937) ήταν Ρώσος συγγραφέας. Η δυνατή πένα του -αυθεντική και μοντέρνα ταυτόχρονα- ριζώνει στην παραδοσιακή ρωσική λογοτεχνία. Μέντορές του ήταν ο Ντοστογιέφσκι, ο Γκογκόλ και ο Τσέχωφ. Δυο αρχές, η αέναη μεταβολή και η ελευθερία βούλησης του ατόμου, κυριάρχησαν στη ζωή του. Υπήρξε ηγετικό μέλος και δάσκαλος στην αδελφότητα Serapion, η οποία υιοθέτησε το «πιστεύω» του Ζαμιάτιν: «Η αληθινή λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι έργο φιλόπονων και αξιόπιστων αξιωματούχων, αλλά τρελών, ερημιτών, αιρετικών, οραματιστών, επαναστατών και σκεπτικιστών». [Πηγή: www.doctv.gr]
Δυστοπία (από το ελληνικό δυς+τόπος) ονομάζεται η περιγραφή ενός φανταστικού κόσμου απόλυτης δυστυχίας. Όπως οι ουτοπίες, έτσι και οι δυστοπίες αποτελούν προϊόν φαντασίας και χρησιμοποιήθηκαν με την πάροδο του χρόνου εκτός λογοτεχνίας για να περιγράψουν ένα αρνητικά θεωρούμενο κοινωνικό ή πολιτικό σύστημα.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Κική Δημουλά, «Ουτοπίες»

Κικη Δημουλα, «Ουτοπιες» (απο τα Ποιηματα, 1998)

 Καθ’ οδόν
(7 και 30’ πρωινή προς εργασίαν)
συναντώ τον Μάρτιο
ευδιάθετον,
υπαινιγμών πλήρη
περί ανοίξεως και λοιπά.
 
Αναβάλλω την υπόστασή μου
ανακόπτω τη σύμβασή μου
με το χειμώνα
και διασπείρομαι σε χώμα.
Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,
ξαπλωμένη, απλωμένη
απέναντι στο
καθ’ όλα σύμφωνο
σύμπαν.
Φυτεύομαι άνθη,
ανθίζω συναισθήματα,
και είμαι πολύ καλά
εις άπλετον προορισμόν
και τοποθέτησιν.
«Απαγορεύεται η άνοιξις!»
ξάφνου μια πινακίδα – σύννεφο
απειλεί. Αμέσως
μια βροχή άρχισε κι έλεγε
εις βάρος της ανοίξεως
και εις βάρος μου,
ένας δύσθυμος άνεμος
μου κατάσχει τα άνθη,
μου κατάσχει τα συναισθήματα
και μ’ οδηγεί στο Γραφείο.
 
Παράβασις, λοιπόν, βαρεία,
και μάλιστα καθ’ οδόν,
από κυρία σχεδόν ώριμη
με οικογενειακές υποχρεώσεις,
και πολυετή θητείαν
εις Δημοσίαν θέση
και χειμώνες.”