Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Είναι (η) ποίηση! Διάλογοι ποιητών, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα Ποίησης.

   Είναι (η) ποίηση! Διάλογοι ποιητών, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα Ποίησης.

Κ. Καβάφης: «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως
που κάπως ξέρεις από φάρμακα ·
Ναρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.
Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Τα φάρμακα σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που καμνουνε -για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή».
Κ. Καρυωτάκης: « Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε»
Γ. Σεφέρης: Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε; »
T. Σ. Eλιοτ «Η αυθεντική ποίηση μπορεί να αρέσει προτού γίνει κατανοητή»
Γ. Ρίτσος: «Τι ήσυχα που γκρεμίζεται μέσα στην ποίηση ο χρόνος »
Οδυσσέας Ελύτης : «Θεωρώ την ποίηση ως μια πηγή αθωότητας γεμάτη από επαναστατικές δυνάμεις» Τότε όμως η Ποίηση; Τι αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση.« Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε:τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά...»

Κική Δημουλά: «Η ποίηση βοηθάει όσο το κερί σ’ ένα σκοτεινό ξωκλήσι με φευγάτους όλους τους αγίους, παρηγορεί αυτούς που την αγαπούν, αυτούς που πιστεύουν στη μαγεία της… Η ποίηση ωφελεί όσο μια παυσίπονη σε ένα ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο»
Π. Μπουκάλας: ''Τι στα κομμάτια η ποίηση.
Κομμάτια.
Τα κομμάτια σου.
Εσύ τα κομμάτια σου η ποίηση.
Κι αυτό το διαρκώς ανέγγιχτο
Όπου μαθητεύεις
Και σε κινεί να ξανασμίξεις με τον κόσμο,
Μήπως εκεί…''
Τίτος Πατρίκιος: «Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση...Εκεί πάνω η ποίηση βρίσκει τον καθένα μας»
Μιχάλης Γκανάς:«Περί ποιήσεως»
«Κι εσύ που ξέρεις από ποίηση
κι εγώ που δεν διαβάζω
κινδυνεύουμε.
Εσύ να χάσεις τα ποιήματα
κι εγώ τις αφορμές τους.»
Εν τέλει δεν θα βρεις την ποίηση πουθενά, αν δεν κουβαλάς λίγη μαζί σου.
Ζίγκμουντ Φρόιντ: «Οπου και να πάω ανακαλύπτω ότι ένας ποιητής έχει πάει εκεί πριν από μένα» Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο.
Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ.
Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά.
Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες,
το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε.
Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση,
και δη στους καιρούς τους σκληρούς, είναι ακριβώς αυτή:
ότι, η μοίρα μας παρ' όλ' αυτά, βρίσκεται στα χέρια μας.
Οδυσσέας Ελύτης, για την ποίηση (από την ομιλία του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας)
Ζωγραφική: Μούσα Καλλιόπη (Καλλιέπουσα -προστάτης της επικής ποίησης )Eustache Le Sueur – περίπου 1646-1647
Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο και κάθεται



Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ: Η ΚΟΡΗ ΟΦΘΑΛΜΟΥ.


"Τούτη η κολόνα έχει μια τρύπα, βλέπεις την Περσεφόνη;"
Σεφέρης.
Η Άνοιξη πλέον είναι εδώ. Η φύση για ακόμη μία φορά ξύπνησε. Η Περσεφόνη γύρισε στην αγκαλιά της μητέρας της. Μαζί θα πορευτούν σπέρνοντας αφθονία στων ανθρώπων την γη. Το τι είναι η Περσεφόνη και τι συμβολίζει έχουν γραφτεί πολλά.
Το παρακάτω απόσπασμα επιλέχθηκε από το βιβλίο του Ρ.Καλάσσο, "Οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας" και μας δίνει μια πολύ δυνατή ερμηνεία στο γιατί ονομάστηκε Κόρη η Περσεφόνη.


"Μια μέρα είδε ο Δίας το ισχυρό αδερφό του να καταφθάνει στον Όλυμπο. Όποτε ερχόταν ο Άδης, το έκανε για να ζητήσει κάτι. Και ο Δίας γνώριζε τι. Ήθελε μια γυναίκα στο παλάτι του θανάτου. Και δεν θα μπορούσε να είναι άλλη παρά μια κόρη του Δία, μια ανιψιά του που από καιρό ο Δίας παρακολουθούσε.
Η Περσεφόνη ή Περσεφάσσα, ονόματα σκοτεινά, που στις συλλαβές τους αντηχούν η δολοφονία (φόνος) και η λεηλασία (πέρσις) που είχαν επιβληθεί σε ομορφιά χωρίς όνομα, εκείνο της νεανίδας: της Κόρης.
Για τον Δία και τον Ποσειδώνα η γυναίκα ήταν πάντα πληθυντικός, ο Άδης θα ικανοποιόταν με μία.
Η Νέα που ζητούσε ήταν η Κόρη.
Την ήθελε για πάντα δίπλα του, στο θρόνο του βασιλείου των νεκρών.
Ο Άδης διεκδικούσε την κυριαρχία ενός άλλου κόσμου, απομονωμένου, διαχωρισμένου σιωπηλού. Μόνο που εκείνος ο άλλος κόσμος αποκορυφωνόταν στο άνθος του ορατού, και το άνθος αυτό ήταν η Περσεφόνη.
Εκεί που τα σκυλιά είναι ανήμπορα πια να ακολουθήσουν την οσμή της πανούκλας εξαιτίας του έντονου αρώματος των λουλουδιών, σ' ένα λιβάδι αυλακωμένο από το νερό, στον ομφαλό της Σικελίας, κοντά στην Αίτνα, έγινε η αρπαγή της Κόρης.
Την στιγμή όπου η γη σχίστηκε και εμφανίστηκε το άρμα του Άδη, η Κόρη κοίταζε τον νάρκισσο.
Κοίταζε το ε ι δ έ ν α ι.
Ετοιμαζόταν να το κόψει.
Τότε την άρπαξε το αόρατο προς το αόρατο.
Κόρη δεν είναι μόνο η νέα, αλλά και η κόρη του οφθαλμού.
Και η κόρη του οφθαλμού όπως είπε ο Σωκράτης στον Αλκιβιάδη, είναι "το πιο σπουδαίο τμήμα του οφθαλμού", όχι μόνο γιατί είναι εκείνη που "βλέπει", αλλά γιατί όποιος κοιτάζει εκεί συναντά, στο μάτι του άλλου, "το είδωλο εκείνου που κοιτάζει".
Και εάν, όπως ήθελε ο Σωκράτης, το δελφικό ρητό "Γνώθι σαυτόν" μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο μεταφράζοντάς το "κοίτα τον εαυτό σου", η κόρη του οφθαλμού γίνεται το μοναδικό ενδιάμεσο της γνώσης του εαυτού.
Η Κόρη κοίταζε το κίτρινο "θαύμα" του ναρκίσσου. Αλλά γιατί αυτό το κίτρινο λουλούδι, που στολίζει τις γιρλάντες του Έρωτα αλλά και τα νεκρικά στεφάνια, είναι τόσο θαυματουργό;
Τι το διαφοροποιεί από τις βιολέτες, τους κρόκους, τους υακίνθους, με τα οποία ήταν σμαλτωμένο το λιβάδι κοντά στην Αίτνα; Νάρκισσος λεγόταν επίσης και ένας νεαρός που χάθηκε κοιτάζοντας τον εαυτό του.
Η Κόρη, η κόρη του οφθαλμού, βρισκόταν λοιπόν στα πρόθυρα εκείνου του βλέμματος όπου θα αντίκριζε τον εαυτό της.
Άπλωνε το χέρι της για να δρέψει το βλέμμα, αλλά ξεπετάχτηκε ο Άδης. Και ο Άδης άδραξε την Κόρη.
Για μια στιγμή, το βλέμμα της Κόρης αναγκάστηκε να τραβηχτεί από τον νάρκισσο και να συναντήσει τα μάτια του Άδη.
Την κόρη του οφθαλμού της Κόρης υποδέχτηκε άλλη κόρη οφθαλμού, στην οποία αντίκρισε τον εαυτό της.
Και εκείνη η κόρη οφθαλμού άνηκε στο αόρατο.
Υπήρξαν μερικοί που την ίδια στιγμή άκουσαν μια κραυγή. Αλλά τι σήμαινε εκείνη η κραυγή; 'Ήταν μόνο ο τρόμος της νέας που την αρπάζει ένας άγνωστος; Ή μήπως ήταν η κραυγή της ανέκκλητης αναγνώρισης;
Ορισμένοι αρχαίοι ποιητές υπαινίχθηκαν ότι η Περσεφόνη ένοιωσε μια "σκοτεινή επιθυμία" για την απαγωγή, ότι δέθηκε με "ερωτική συμφωνία" με τον βασιλιά του σκότους και ότι εκτέθηκε χωρίς επιφυλάξεις στο άγγιγμα του Άδη.
Η Κόρη αντίκρισε τον εαυτό της στην κόρη του οφθαλμού του Άδη.
Αναγνώρισε στο μάτι που κοιτάζει τον εαυτό του το μάτι ενός άλλου αόρατου.
Αναγνώρισε ότι ανήκε σε εκείνον τον άλλον. Τότε δρασκέλισε το κατώφλι που ετοιμαζόταν να δρασκελίσει καθώς κοίταζε τον νάρκισσο.
Ήταν το κατώφλι της Ελευσίνας.
Εάν η κόρη του οφθαλμού ονομάζεται Κόρη, συνεπάγεται ότι το κατεξοχήν μάτι είναι εκείνο του Άδη, πράγματι, καθώς την άρπαζε, η Κόρη είδε να αντανακλάται στα μάτια του η εικόνα της.
Από τότε, το καθρέφτισμα της νέας στο μάτι έγινε η κόρη, για όλους.
Λες και το μάτι είχε μόλις βγει, χάρη σε μία αρπαγή, από το βασίλειο των νεκρών.
Η όραση ήταν το θήραμα.
Και το μάτι κατέφθανε από το σκότος για να συλλάβει μια νέα και να την κλείσει στο υπόγειο παλάτι του πνεύματος.
Η σημασία της Κόρης, στο μάτι του Άδη διακλαδώνεται: από την μια, επειδή η Κόρη αντικρίζει τον εαυτό της στο μάτι του απαγωγέα της ανακαλύπτει την αντανάκλαση, τον διπλασιασμό, τη στιγμή όπου η συνείδηση αντικρίζει τον εαυτό της, και εκείνο το διπλό βλέμμα, παράδοξα, είναι το τελευταίο όραμα, που δεν επιδέχεται άλλες διαστάσεις.
Γιατί κάθε περαιτέρω διάσπαση δεν πετυχαίνει τίποτα περισσότερο από το να διπλασιάζει το πρώτο, από την άλλη, η κοιλότητα της όρασης υποδέχεται για πρώτη φορά και σφίγγει πάνω της με την συστολή της κόρης τον πόθο της: την εικόνα.
Έτσι τα άκρα του πνεύματος παρευρίσκονται για μια στιγμή, στο μάτι ενός απαγωγέα.

Το γεγονός που λάμβανε χώρα στην Ελευσίνα ήταν ο διαχωρισμός και η επανένωση της δυαδικής θεάς, Δήμητρας - Κόρης (Δηώ), εκείνης που εμφανίζεται καμιά φορά σε δύο ελάχιστα διαφορετικές μορφές αλλά τυλιγμένες στον ίδιο μανδύα.
Ήταν το δράμα της αντανάκλασης που απομακρύνεται από το σώμα από κάθε αντικείμενο, από την γη και μετά επιστρέφει για να επανενωθεί με το σημείο προέλευσης της, αλλά μόνο σε ορισμένα περιοδικά φαινόμενα, όπως οι εκλείψεις.
Με την ανάληψη της Κόρης, το θαύμα περνά από το αντικείμενο στο βλέμμα.
Στην αρχή της περιπέτειάς της, η Κόρη κοιτάζει τον νάρκισσο, "το θαυματουργό ακτινοβόλο λουλούδι, που το λάτρευαν οι αθάνατοι θεοί και οι θνητοί άνθρωποι".
Στο τέλος, όταν επανεμφανίζεται στην γη, η ίδια η Κόρη είναι "ένα μεγάλο θαύμα για τους θεούς και για τους θνητούς ανθρώπους".
Επαναλαμβάνοντας την διατύπωση, ο άγνωστος συγγραφέας των Ομηρικών Ύμνων θέλησε να σφραγίσει την τελείωση μιας ανέκκλητης διαδικασίας: το πέρασμα στην ψυχή.
Και η διατύπωση μας ειδοποιεί ότι το γεγονός αυτό προκάλεσε έκπληξη όχι μόνο στην ιστορία των ανθρώπων, αλλά ακόμη περισσότερο στην θεϊκή ιστορία.
Όταν ο Άδης απαίτησε από τον αδερφό του μια ζωντανή γυναίκα, τότε διαταράχθηκε η ισορροπία της τάξης, που μέχρι τότε γνώριζε μόνο μια υπεράφθονη ζωή, που την αυλάκωναν οι θεϊκές επιδρομές, και μετά παρέδιδε τους νεκρούς σε μια επιβίωση κενή, αδρανή, ασώματη.
Ο Δίας δεν εξαφάνιζε τις θνητές του ερωμένες, τις έπαιρνε και τις εγκατέλειπε.
Ο Άδης αντίθετα θέλει την Κόρη για σύζυγό του, θέλει μια ζωντανή δίπλα στον θρόνο.
Θα λέγαμε ότι με αυτήν του την ενέργεια ο θάνατος θέλει να επιβάλλει στην γη μια επιπλέον προσβολή.
Αλλά ακριβώς τότε, ο θάνατος με την θρασύτητα του εξαπατά τον ίδιο του τον εαυτό.
Με την αρπαγή της Περσεφόνης ο θάνατος αποκτά ένα σώμα, αποκτά σώμα: στο βασίλειο των σκουληκιών υπάρχει τώρα το σώμα μιας θαλερής νέας.
Στον κόσμο δεν αρκούσε πια η οικονομία της μεταμόρφωσης, που για πολύ τον είχε στηρίξει την εποχή των περιπετειών του Δία. Όλα είχαν χάσει την αρχέγονη ρευστότητά τους, είχαν ακινητοποιηθεί σε μια κατατομή και ο αγώνας που είχε διεξαχθεί ανάμεσα στην μια μορφή και στην άλλη, συστελλόταν τώρα ανάμεσα στην εναλλαγή του ορατού και του αόρατου.
Επρόκειτο πλέον να δεχθούν την ζωή όχι μόνο κάτω από την σταθερή μορφή, αλλά και την βεβαιότητα της χωρίς ίχνη εξαφάνισης εκείνης της μορφής.
Η οργή της Δήμητρας είναι η εξέγερση αυτού του νέου καθεστώτος ζωής.
Η θεά όμως δεν ήξερε ότι την ίδια στιγμή εγκαινιαζόταν ένα καινούργιο καθεστώς θανάτου.
Όταν η Περσεφόνη κάθισε στον θρόνο του Άδη και το ευωδιαστό πρόσωπό της ξεπρόβαλε πίσω από την μυτερή γενειάδα του συζύγου της, όταν η Περσεφόνη δοκίμασε το ρόδι των σκοτεινών κήπων, ο θάνατος υποβλήθηκε σε μετάλλαξη, όχι λιγότερο σοβαρή από κείνη που είχε υποβληθεί η ζωή τότε που της αφαιρέθηκε η νέα.
Τα δυο βασίλεια είχαν χάσει την ισορροπία τους τώρα και το ένα ανοιγόταν προς το άλλο.
Ο Άδης επέβαλε στην γη την απουσία, επέβαλε σε κάθε ζωντανή παρουσία να τυλίγεται με τον μανδύα της απουσίας.
Η Περσεφόνη επέβαλε ανάμεσα στους νεκρούς το αίμα, αλλά όχι πια το μαύρο των θυσιών, όχι πια το αίμα που έπιναν οι νεκροί με λαιμαργία.
Ήταν το αόρατο αίμα που εξακολουθούσε να σφύζει στα λευκά της μπράτσα, το αίμα εκείνου που συνεχίζει να είναι ζωντανός, ακόμη και στο παλάτι του θανάτου".


Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

«Sirena» του Giulio Aristide Sartorio

 Ένα πράσινο κύμα ρέει: σε αυτή την  κοίλη χλωμή γοργόνα με τα διάσπαρτα λίκνα της που  εγκαταλείπεται, το ένα χέρι βυθισμένο και διαφανές στο νερό, το άλλο διπλωμένο πάνω στο στήθος της, με δελεαστική απαλότητα. Από την κορυφή της εικόνας ένα κοντό σκάφος λυγίζει για να ακολουθήσει το κύμα. Στη βάρκα, απλωμένος και ύπτιος, ένας έφηβος περιβάλλει την  αναδυόμενη μάγισσα με το ένα χέρι. Σε αυτό το κύμα ολόκληρη η εικόνα κόβεται με μεγάλη τόλμη. Και φαίνεται να ονειρεύεσαι,  όταν το κοιτάς » .

(L. Pirandello, Συγγραφικά εικαστικής τέχνης , Μιλάνο 1987).

Με αυτά τα λόγια, ο Luigi Pirandello σχολιάζει τη ζωγραφική του Giulio Aristide Sartorio , που έγινε το 1893. Η ιδέα ενός τέτοιου θέματος, που αγαπήθηκε πολύ από τους Άγγλους προ-Ραφαηλίτες, ήρθε στο Sartorio αφού επισκέφτηκε το Green Grotto στο Κάπρι.

Η σύνθεση με βαθύ οριζόντιο κόψιμο είναι χτισμένη γύρω από το σχήμα της γοργόνας, με κυματοειδή σχήματα και μακριά κόκκινα μαλλιά που αιωρούνται στο νερό. Το σώμα της  στηρίζεται από έναν νεαρό ψαρά ξαπλωμένο σε μια βάρκα, του οποίου το δέρμα καίγεται από τον ήλιο και το αλάτι έρχεται σε αντίθεση με το διάφανο δέρμα της γυναίκας. Τα κρανία που μπορούν να κοιτάξουν με διαφάνεια στον βυθό, σημαίνουν το θλιβερό τέλος που θα έχει το νεαρό θύμα στην αγκαλιά του γοητευτή. Σε αυτό το έργο μπορούμε να διαβάσουμε ξεκάθαρα μια αλληγορία στην οποία ο άνδρας και η γυναίκα παρουσιάζονται ως καθαρό ένστικτο: ο άντρας, μια δέσμη καφέ μυών που δονείται με δύναμη, η γυναίκα μια πράσινη χρυσή θήκη ομορφιάς και ευχαρίστησης. .Σύμβολο της θανατηφόρας παγίδας που μας τείνουν οι αισθήσεις, οι σειρήνες είχαν έντονα αρνητική χροιά στην ιστορία της τέχνης. Με το ελικοειδές σώμα και την πειστική φωνή τους, ωθούν τον άνθρωπο να εγκαταλείψει το σωστό δρόμο. Μακριά από τη λογική, καθοδηγούμενος από τα πρωταρχικά του ένστικτα, πληρώνει για τα λάθη του με τη ζωή του. Από αυτήν την άποψη, η ιστορία που περιέχεται στην Οδύσσεια του Ομήρου είναι εύγλωττη. Ο Οδυσσέας ζητά να δεθεί από τους άντρες του στον ιστό του πλοίου για να αποφύγει να παραδοθεί σε αυτό που δεν είναι πλέον ένας απλός πειρασμός, αλλά ένα ξόρκι αγάπης που θα οδηγούσε στην εγκατάλειψη της πρωτεύουσας οδού, με συνέπειες που θα μπορούσαν να είναι θανατηφόρες.


Τετάρτη 24 Απριλίου 2019

Γιάννης Π. Τζήκας, «Μεγάλη εβδομάδα: Από λύπην υπάρχουμε»





Μια κλωστή ποίησης, μια χορδή συγκίνησης διαπερνούσε πάλαι ποτέ τη Μεγάλη Εβδομάδα μας. Και μια θεσπέσια μουσική των θλιμμένων ύμνων της έραινε την παιδική μας αθωότητα. «Τω καιρώ εκείνω», τότε που «αι γενεαί πάσαι ύμνον την ταφή σου…», τότε που σχολιαρόπαιδα ντυμένα με το κοντό παντελονάκι και το πολύχρωμο πουκαμισάκι της άνοιξης στριμωχνόμασταν, κρατώντας το βιβλιαράκι του «Επιτάφιου θρήνου», για το ποιος θα πιάσει την καλύτερη θέση να ψάλλουμε με σέβας και μ’ ένα ρίγος που μας διαπερνούσε, με μια εξαίσια «φάλτσα» φωνή, μέσα στο κατανυκτικό αχνό φως των κεριών: «Η ζωή πώς θνήσκεις; Πώς και τάφω οικείς;… Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;…». Βαθιά εντυπωμένη μέσα μου ακόμη η φωνή, θρηνητική κραυγή, του παπά από την ωραία πύλη, τη φοβερή στιγμή της κορύφωσης του θείου πάθους: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…». Και κένταγε τα σπλάχνα μας η λύπη, γιατί εξανθρωπίζαμε το Χριστό, τον κάναμε ολότελα δικό μας, πατέρα, μάνα, αδερφό, αγαπημένο φίλο, και ο καθένας κείνη τη στιγμή θρηνούσε μέσα του το δικό του εσταυρωμένο, το δικό του ενταφιασμένο. (Γι αυτό ποτέ μην κακολογείτε και μην περιφρονείτε κείνες τις ολόμαυρες γυναίκες με τα βαθουλωμένα από τη λύπη μάτια τους, όταν τις βλέπετε σκυφτές, με βιαστικό βήμα να τρέχουν στους εσπερινούς και στα ψυχοσάββατα, γιατί τους νεκρούς τους βιάζονται να προλάβουν να θρηνήσουν). Κι ύστερα τη Μ. Παρασκευή από νωρίς το πρωί κοριτσόπουλα κι αγόρια, παρέες παρέες, να τρέχουμε στους αγρούς να μαζέψουμε αγριολούλουδα για το στολισμό του Επιτάφιου με συνοδεία το θλιβερό ήχο της καμπάνας (πόσες φορές δεν τσακωθήκαμε, εκεί στο καμπαναριό, για το ποιος έχει σειρά να συνεχίσει το χτύπημά της!). Και γύρω μας και εντός μας η άνοιξη ανθισμένη, ανθισμένα και τα πρώτα μας ερωτικά σκιρτήματα.
Δεν είναι αναγκαίο να είναι κανείς θρήσκος για να νιώσει το μεγαλείο της λύπης του Μεγαλοβδόμαδου, φτάνει να έχει ακόμα ανθρώπους μέσα του, ζωντανούς και νεκρούς, να κλει’ μέσα του τους δικούς του Χριστούς. Και να συνεχίζει να ανάβει το κεράκι του στο ξωκλήσι του αγίου Λύπιου: « ζήτα το δάκρυ να ελεήσει τα ξερά σου μάτια/ κλάψε να πλύνεις το κορμί σου από τις λάσπες και τα εγκώμια…» (Β. Λεοντάρης). Δυστυχώς στις μέρες μας ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο, βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά, μιλάει μόνο με σήματα μες στη οχλαγωγία της ερημιάς, στις φαντασμαγορίες του τίποτε. Μας ψέκασαν με αναισθητικό, έτσι που αποξενωθήκαμε από τον πόνο και γίναμε κραυγή έξω από τον πόνο. Απωλέσαμε τη θεσπέσια υμνωδία της λύπης, τη Μεγάλη Εβδομάδα μας.
Μα ό,τι κι αν δηλώνουμε σήμερα, άθεοι ή αγνωστικιστές, από την Ορθοδοξία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Έχουμε μια στενή βιωματική σχέση μαζί της, είναι διαποτισμένη στα κύτταρά μας, καθότι, ιδιαιτέρως στην παιδική μας ηλικία, ο ναός στο χωριό ή στη γειτονιά της πόλης υπήρξε και είναι ακόμα και σήμερα (τουλάχιστον στη μνήμη μας) σημείο αναφοράς της ίδιας της ζωής μας: από το παιχνίδι στον αυλόγυρο της εκκλησίας στα βαφτίσια, στους γάμους και στις κηδείες. Γι αυτό δες τε πως «έκλεψαν» (εμπνεύστηκαν) δυο άθεοι ποιητές από το θρήνο της Μεγάλης Εβδομάδας: «Γιε μου, ποια Μοίρα στο ‘γραψε και ποια μου το ‘χει γράψει/ τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθια μου να ανάψει;…Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω/ άνοιξη γιε που αγάπαγες κι ανέβαινες επάνω…» (Επιτάφιος, Γιάννης Ρίτσος). «Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου/ άνοιξη μου γλυκιά , γυρισμό που δεν έχεις/ η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου/ δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου;» (Η μάνα του Χριστού, Κώστας Βάρναλης). «Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;/ Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφή ερημική;/ Ξέρω πως θα ‘χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή/ που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις» (Οι πόνοι της Παναγίας, Κώστας Βάρναλης).
Ποια απ’ τα παιδιά μας σήμερα, απ’ τους νέους μας, παρά την τόση πληροφόρηση, γνωρίζει το Ρωμανό το Μελωδό, τον Ιωάννη το Δαμασκηνό; Κι εμείς δε γνωρίζαμε τα ονόματα των μεγάλων υμνωδών, μα είμαστε τυχεροί, γιατί αξιωθήκαμε να κοινωνήσουμε και να βιώσουμε την ποιητική και μουσική στίλβη (λάμψη) των ύμνων τους. Πρώτη και μέγιστη η ευθύνη των ταγών της εκκλησίας γι αυτή την αποξένωσή μας. Αφ’ ότου ενέσκηψε η «πρόοδος» και στους ναούς, χάθηκε και η μαγεία της υμνωδίας. Τα μεγάφωνα, οι ηλεκτρικές καμπάνες, ο λουσάτος φωτισμός, η επιδειξιμανία της ένδυσης, ο έκδηλος νεοπλουτισμός καθώς και άλλα δρουν αποτρεπτικά στο στοχασμό και στην κοινωνία της χαρμολύπης. Και όπως γράφει ο Γ. Κοροπούλης στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας (11-4-08) «Το κομμένο νήμα της ποίησης (των ύμνων) μπλέκεται τώρα με φανταιζί και μαύρες κλωστές υφαίνοντας τα πεποικιλμένα άμφια και το ανούσιον του θεάματος που οι πιστοί τηλεθεατές θα καταναλώσουν».
Ας είναι… έτσι ήρθαν τα πράγματα κι έτσι θα πάνε, αν δεν τα αλλάξουμε… «Καλή Ανάσταση!» με στίχους: «Ανάσταση είναι σήμερα. Παιδιά, γυναίκες, γέροι/ κόκκινο αβγό στην τσέπη τους, χρυσό κερί στο χέρι/ όσα άστρα είναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα/ όλα έχουνε στην καθαρή ψυχή Απρίλη μήνα/ της εκκλησιάς φουντώσανε δάφνη πολλή οι στύλοι/ ειρήνη! ειρήνη! Φιληθείτε οχτροί μαζί και φίλοι» (Η γυναίκα, Κώστας Βάρναλης).
Γιάννης Π. Τζήκας, «Μεγάλη εβδομάδα: Από λύπην υπάρχουμε»

Τρίτη 1 Μαΐου 2018

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΤΙΚΟ ΣΤΕΦΑΝΙ

Πιερ Ωγκύστ Ρενουάρ: '' Στεφάνι με τριαντάφυλλα ''1858
  ΤΟ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΤΙΚΟ ΣΤΕΦΑΝΙ
 Το μοναδικό, σχεδόν, έθιμο που εξακολουθεί να μας συνδέει με την παραδοσιακή Πρωτομαγιά, είναι το πρωτομαγιάτικο στεφάνι.

 Η Πρωτομαγιά είναι μια γιορτή της άνοιξης και της φύσης με πανάρχαιες ρίζες, πλούσια σε εκδηλώσεις σε παλαιότερες εποχές. Στις μέρες μας η Πρωτομαγιά με το μάζεμα των λουλουδιών για το πρωτομαγιάτικο στεφάνι, ενισχύει τις σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση, από την οποία οι περισσότεροι, δυστυχώς, έχουμε απομακρυνθεί, ζώντας στις απρόσωπες μεγαλουπόλεις.
Σύμφωνα με τη διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Αικατερίνη Καμηλάκη, το στεφάνι κατασκευαζόταν με βέργα από ευλύγιστο και ανθεκτικό ξύλο κλήματος ή άλλο και στολιζόταν με λουλούδια και κλαδάκια καρποφόρων δέντρων, όπως η αμυγδαλιά, η συκιά και η ροδιά. Ακόμα, το διακοσμούσαν με στάχυα από σιτάρι και κριθάρι, με κρεμμύδι αλλά και σκόρδο για το μάτι. Η χρησιμοποίηση πρασινάδας και όχι τόσο λουλουδιών με σκοπό τη μετάδοση της γονιμότητάς τους ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των μαγιάτικων συνηθειών. Στον αγροτικό χώρο, μάλιστα, δε θεωρείτο απαραίτητο το πλέξιμο στεφανιών. Αρκούσε η τοποθέτηση πάνω από την πόρτα του σπιτιού μιας δέσμης από χλωρά κλαδιά ελιάς, συκιάς, νερατζιάς, πορτοκαλιάς και άλλα μαζί με λουλούδια. Απαραίτητη ήταν, επίσης, η ύπαρξη μεταξύ τους φυτών αποτρεπτικών του κακού, όπως είναι η τσουκνίδα, το σκόρδο και άλλα.
Σύμφωνα με κείμενο του καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Μιχάλη Τιβέριου, το μαγιάτικο κλαδί ή το άνθινο στεφάνι, έχει κατά πάσα πιθανότητα τις ρίζες του στην αρχαιότητα: «Είναι γνωστό ότι στην αρχαία Ελλάδα τέτοια κλαδιά ή στεφάνια τα χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά. Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι δεν έλειπαν από καμία σημαντική εκδήλωση του δημόσιου, ιδιωτικού και θρησκευτικού βίου. Επιπλέον, είναι αξιοπρόσεκτο ότι μια σημαντική γιορτή ενός μήνα των αρχαίων, του Θαργηλίωνος, που αντιστοιχούσε, περίπου, με το δικό μας Μάιο, περιλάμβανε στα δρώμενά της την κατασκευή ενός κλαδιού ανάλογου με το μαγιάτικο. Το κλαδί αυτό δεν το έφτιαχναν με άνθη, αλλά με κλαδιά οπωροφόρων δέντρων, στα οποία αναρτούσαν κρεμμύδι και σκόρδο».
Στις μέρες μας που έχουμε καθιερώσει στεφάνια από λουλούδια του αγρού ή των κήπων, τα οποία τοποθετούμε για μερικές μέρες στην κύρια είσοδο των σπιτιών μας. Δύσκολα μπορεί, πια, να ανιχνευτεί συμβολισμός στο σύγχρονο πρωτομαγιάτικο στεφάνι, κατά το Μιχάλη Τιβέριο, αφού για τους περισσότερους δεν αποτελεί, ίσως, τίποτα περισσότερο από μια όμορφη και μυρωδάτη σύνθεση λουλουδιών, χωρίς να παραπέμπει σε συσχετισμούς σύμφωνα με τους οποίους «χαρίζει» στους ενοίκους ενός σπιτιού υγεία, καλή τύχη, ειρήνη, ευτυχία και ευφορία. Σίγουρα, όμως, η κατασκευή του χαρίζει ευφορία σε μεγάλους και μικρούς, που ξεφεύγοντας από τις πόλεις αναζητούν τη χαρά της άνοιξης στην ολάνθιστη φύση.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

«Τα κόκκινα παπούτσια» – Κική Δημουλά

Η μεγάλη μας ποιήτρια θυμάται ένα Πάσχα παιδικό, με τα πρώτα παπούτσια που την έκαναν να κλάψει.
— — —
Έχουμε πάνω από μία ώρα που δοκιμάζουμε παπούτσια. Άσπρα. Αστραφτερά, χαρωπά, ανθισμένα παπούτσια. Πασχαλιάτικα. Παιδικά. Τέσσερα πόδια γεύονται κατά κόρον το «καινούργιο» και το «αλλιώτικο», δοκιμάζοντας και απορρίπτοντας ό,τι δεν τους αρέσει, με το αιτιολογικό, αυτό με στενεύει… αυτό μου είναι μεγάλο… αυτό μου είναι μεγάλο και με στενεύει. Εγώ και ο υπάλληλος έχουμε κυριολεκτικά γονατίσει μπροστά σ’ αυτά τα πόδια, προσπαθώντας να εντοπίσουμε πού κείται το μεγάλο δάχτυλο, πού κείται το ψεύδος.
Κι άξαφνα, μέσα από ένα κουτί, κάνει τη μοιραία εμφάνισή του ένα ζευγάρι κόκκινα κοριτσίστικα παπαρουνένια παπούτσια, μ’ ένα κόκκινο παιγνιδιάρικο κουμπάκι στο πλάι, αυτό που πιο πολύ έκαμε την καρδιά μου να σπαρταρήσει, να μικρύνει, να γίνει καρδιά παιδική, να ξανααισθανθεί. Ιπποτικά αμέσως φέρεται ο καιρός, παραμερίζει, για να ’ρθει μπροστά μια σκονισμένη ιστορία, παλιά, πάλι με παπούτσια, με τα πρώτα παπούτσια που μ’ έκαμαν να κλάψω.
Πάσχα και πάντως μια εποχή που όλα ονομάζονταν «δύσκολα». Τα πράγματα δύσκολα, οι μέρες δύσκολες, η ζωή δύσκολη. Και τότε ακριβώς ήταν που αξίωσα ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια.
– Θα την πάω στο Μοναστηράκι, στον πατριώτη μου το μαστρο-Κούλη… Θα μας φτιάξει κάτι που να ’ναι γερό και συφερτικό, ενέδωσε με τα πολλά ο πατέρας.
Θα κόντευε Μεγάλη Βδομάδα που με πήρε ένα απομεσήμερο να πάμε στο μαστρο-Κούλη. Οι νοικοκυρές ανέμιζαν στα παράθυρα, έπλεναν τζάμια. Καθώς τα ’τριβαν με κομμάτια εφημερίδας, εκείνα έτριζαν, κι άστραφταν σα στα παράθυρα να κρέμονταν κλουβιά με τιτιβίζοντα χελιδόνια, και ήλιοι.
Απερίγραπτο ήταν το πόσο σφιχτά με κρατούσε από το χέρι ο πατέρας μου στις λιγοστές εξόδους μας, στους λιγοστούς περιπάτους μας. Σα να του ’χα ξεφύγει και να ’τρεχε χρόνια να με πιάσει. Και σα να με είχε πιάσει μόλις εκείνη τη στιγμή. Όμως, αυτή τη φορά, ήταν τόσο ευχάριστο αυτό το σφίξιμο. Σαν το εύθυμο εκείνο σφίξιμο που σου κάνουν τα καινούργια παπούτσια την πρώτη μέρα.
Αν με ρωτούσε κανείς πώς πήγαμε στο μαγαζί του μαστρο-Κούλη, από πού περάσαμε, εγώ θα του ’λεγα, περάσαμε… περάσαμε… από κάτι κόκκινα παπούτσια, ύστερα πήραμε ένα μακρύ δρόμο κόκκινα παπούτσια, στρίψαμε μετά από κάτι άλλα κόκκινα παπούτσια, και φτάσαμε!
Μα σα βρέθηκα στο μαγαζί του μαστρο-Κούλη ξέβαψε όλο το κόκκινο χρώμα κι όλη η χαρά από το όραμά μου. Από την πόρτα με πήρε μια χοντρή βαριά μυρουδιά πετσιού και προβιάς, έπεσε μέσα της η αναπνοή μου και πνίγηκε. Χάμω, σκουπίδια, σπάγγοι, καρφάκια, ένας λόφος με λογιώ λογιώ κατσούφικα κοψίδια δέρματα. Μια χοντρή βελόνα, σα μεγάλο καρφί, ανεβοκατέβαινε βαριεστημένη και στριγγλή και γάζωνε ένα εφιαλτικό παπούτσι.Σα δήμιος εμφανίστηκε ο μαστρο-Κούλης, αναμερίζοντας μιαν αυλαία από κρεμάθες χοντροπάπουτσα, αντρικά τα πιο πολλά, τα κορδόνια τους τρεμούλιασαν σα νευρικά μουστάκια, και κάτω από τη χοντρή λαστιχένια τους σόλα σπαρτάραγε το κακόμοιρο το όνειρο μου. Κι αφού είπανε, χρόνια και ζαμάνια, ψυχρά κι ανάποδα, και αφού τώωωρα η Αργυρούλα, μπήκε στο θέμα πια ό πατέρας μου:
– Και τώρα, μαστρο-Κούλη, ας πάμε στο προκείμενο!
Με τούτο το «προκείμενο» πήρα να ελπίζω. Φαντάστηκα πώς το «προκείμενο» μπορεί να ’ταν ένας άλλος δρόμος, ένα άλλο μαγαζί, το «καλό» μαγαζί του μαστρο-Κούλη.
– Από δω η κόρη, συνέχισε ο πατέρας μου, ό,τι θυμάται χαίρεται! Της θυμήθηκαν κόκκινα παπούτσια. Έχεις να μας δώσεις τίποτα κατάλληλο;
Και πριν προφτάσω ν’ ακούσω την απάντηση, η πατούσα μου βρέθηκε καθηλωμένη πάνω σ’ ένα βρομόχαρτο, κι από πάνω της ολόκληρος ο μαστρο-Κούλης, όλα τα χοντροπάπουτσα, να τη ζουλάνε μη και ξεφύγει. Πιο απειλητικό, το βάρος της λέξης «μπόλικα! μπόλικα», που σφυροκοπούσε ο πατέρας μου. Ένα κουτσομόλυβο σύρθηκε σαν κατσαρίδα γύρω γύρω της ενώ ο πατριώτης έλεγε:
– Θα γίνουν αθάνατα!
Ανησύχησα.
– Δε θέλω αθάνατα, κόκκινα θέλω, ψέλλισα.
– Θέλε! αγρίεψε ό μαστρο-Κούλης, κάτι συνεννοήθηκε ιδιαιτέρως με τον πατέρα μου, και φύγαμε.Ίσως σου κακοφανεί, μαστρο-Κούλη, αν τύχει και διαβάσεις αυτή την ιστορία, αλλά κι εγώ τι σου χρώσταγα να περάσω μια τόσο μαύρη Λαμπρή; Τι παπούτσια ήταν εκείνα που μου ’φτιαξες; Κόκκινα δε σου είπα πως θέλω; Γιατί σώνει και καλά μουσταρδιά; Και γιατί τόσο χοντρό λάστιχο, βρε μαστρο-Κούλη; Τάνκς ήμουνα; Κι όλα αυτά καλά. Αμ’ εκείνο το κόκκινο κουμπί, στο Θεό σου, τι το ήθελες και το έμπηξες; Από πού ως πού κόκκινο κουμπί; Α, προτιμούσα να με γελάσεις παρά να με ξεγελάσεις. Έσκασα στο κλάμα.
– Βρε αχάριστο, φώναζε η μάνα μου, κι αν δεν είναι κόκκινο, είναι προς το κόκκινο… Τι παραπάνω θες; Δεν έχει κόκκινα κουμπιά; Άρα κόκκινα είναι.
Αναγκάστηκα να πειστώ. Και τι το περίεργο; Μήπως τώρα που λέμε «αναπνέουμε, άρα ελπίζουμε», το ίδιο δεν είναι;
Κι ανήμερα το Πάσχα, στη λειτουργία της Αγάπης, με κρατάει πάλι ο πατέρας μου από το χέρι, κατηφορίζουμε για την εκκλησία.
Εγώ με τα κόκκινα κουμπιά μου, αυτός με την κατάνυξή του, Χριστός Ανέστη σιγοψέλνει. Μπορώ να θυμηθώ και το παραμικρό της σκηνής εκείνης, ακόμα και τις στάλες από τα κεριά της Αναστάσεως στα πεζοδρόμια και στα μαρμάρινα σκαλιά, την αυστηρή παλάμη του πατέρα μου που με ζούλαγε ολόκληρη μέσα της, το πρόσεχε μην πέσεις, το δεν καταλαβαίνω γιατί εννοείς να ξεκινάς πάντα με το αριστερό, διόρθωσε το βήμα σου, άλλαξε το βήμα σου.
Τα θυμάμαι όλα, και τους μικρούς μου πήδους κάθε τόσο για να βγει το δεξί μπροστά και να πάει το αριστερό πίσω, όλα, ακόμα και το πόσο μου μύρισαν οι πασχαλιές που αγόραζε μια γυναίκα σκυμμένη στο παράθυρο από έναν πλανόδιο ανθοπώλη.
– Άλλαξε το βήμα σου, ξανάπε ο πατέρας μου.
Κι εκείνη τη φορά έγινε το κακό. Πάνω στο πήδημα μπερδεύτηχαν τα πόδια μου, κι είδα το ένα κουμπί να διαγράφει μια κόκκινη τροχιά και να εξαφανίζεται. Τι κλάμα και τι ψάξιμο ήταν εκείνο; Δάκτυλος του Σατανά, δάκτυλος του Σατανά! έτριζε τα δόντια του ο πατέρας μου, καθώς έψαχνε χωρίς αποτέλεσμα, καθώς με άκουγε να κλαίω «ασεβώς».Δεν είμαστε πια για εκκλησία, «χρειάζεται καρδίαν καθαράν», και πήραμε πάλι τον ανήφορο. Μπρος εκείνος, με τα χέρια διπλωμένα πίσω στη μέση, να λέει, με κόλασες! με κόλασες!, πίσω εγώ, σα μονοσάνταλη, να κλαίω, να κλαίω.
Η μάνα μου, άμα άκουσε τι συνέβη, είπε μόνο:
– Τι λες… Κάτι τρέχει στα γύφτικα.
Μα καθώς με είδε να πετάω τα παπούτσια και να την ακολουθώ ξυπόλυτη και κλαίγοντας, τα έβαλε με τον πατέρα μου:
– Και συ ευλογημένε, πώς στην ευχή έψαξες; Με τα δικά μου τα μάτια; Ολόκληρο κουμπί!
Αλλά εκείνος είχε κιόλας ριχτεί με όλο του το είναι στην κάθαρση. Είχε πάρει μια Σύνοψη κι έψελνε, μουρμουριστά, μασουλιστά, με λοξό κάπως το κεφάλι και το χέρι κοντά στο στόμα, κάπως σα να εξιστορούσε με συντριβή στο αυτί του Κυρίου το πώς τον «κόλασα».
– Θέλω το ολόκληρο κουμπί μου, έλεγα τώρα εγώ μέσα στους οδυρμούς μου.
–Τι λες εκεί… Κάτι τρέχει στα γύφτικα, επανέλαβε η μάνα μου φουρκισμένη.
Και φορώντας μου τα παπούτσια με το ζόρι, με έσπρωξε βίαια στήν ξώπορτα, να πάω να παίξω.
Λίγα βήματα πιο πέρα στεκότανε η φιλενάδα μου η Πόπη. Με κοίταζε. Εγώ κόλλησα στον τοίχο, σήκωσα το ’να μου πόδι, και το ’κρυψα πίσω από το άλλο. Και στεκόμουνα έτσι.
Και τώρα, γονατισμένη ακόμα, λες και προσκυνούσα, αναπολώντας την τούτην την ανάμνηση, προσπαθώ να καταφέρω τη μικρή ν’ αγοράσει αυτά τα παπούτσια. Τα κόκκινα.
– Σου είπα, θέλω γόβα άσπρη!
– Μα τα κόκκινα είναι πιο πρακτικά.
– Δεν τα θέλω για πρακτικά, τα θέλω για ευχαριστήσιμα.
Κι αποφασίζω. Και τα άσπρα και τα κόκκινα. Προηγουμένως τα εξετάζω προσεχτικά, δοκιμάζω να ιδώ, είναι καλά στερεωμένο το κουμπάκι τους, μη την ξαναπάθω. «Αθάνατα», βεβαιώνει ο υπάλληλος. Και φεύγω, έχοντας επιτέλους αποκτήσει ένα πραγματικό κόκκινο ζευγάρι παπούτσια, πασχαλιάτικο δώρο στα περασμένα μου.
Σ’ αυτό τον κεντρικό δρόμο, που φράζεις τη μύτη και το στόμα σου να μη σε πνίξουν τα καυσαέρια, είναι τρέλα να ισχυριστείς ότι μυρίζουν πασχαλιές. Και όμως, εμένα μου μύρισαν.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Ο Ελύτης και οι δύο Ελλάδες

Αποτέλεσμα εικόνας για ελυτης φωτογραφιες
Ολες οι συνεντεύξεις, 37 συνολικά, που έδωσε ο νοµπελίστας ποιητής σε εφηµερίδες και περιοδικά µεταξύ 1942-1992 σε µία έκδοση. Ενα σχέδιο που είχε προαγγείλει ο ίδιος, αλλά δεν πρόλαβε να εκπληρώσει
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Βήμα, 16/10/2011 05:45«Για µένα υπάρχει η Ελλάδα η δική µου. Δεν είναι η Ελλάδα η τρέχουσα. Και το έργο µου έρχεται σαν βράχος στο κύµα που τη χτυπά. Αντιστέκεται. Και η αντίσταση είναι ουσιαστική. Βγαίνει έµµεσα µε κάτι που διαρκεί – αυτό είναι και το ουσιώδες του δηµιουργού. Διότι η Ελλάδα µπορεί να είναι και εκατό χρόνια σε πτώση κι εγώ γράφω ένα ποίηµα που έχει αντίκρισµα στην Ελλάδα την παντοτινή» έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης το 1988, εννέα χρόνια µετά τη βράβευσή του µε το Νοµπέλ Λογοτεχνίας το 1979.

Ο ποιητής διεκδικεί µια ανεξάρτητη θέση µέσα στον κόσµο για λογαριασµό της τέχνης του, µια στάση αυστηρά προσωπική την οποία διαφυλάττει προκειµένου να ξεδιπλώσει στο παρόν, µε το ένα µάτι βυθισµένο στο παρελθόν και το άλλο στο µέλλον, το «όραµά» του, ένα όραµα καµωµένο από µια ουσία ελληνική, άχρονη και αναλλοίωτη. Η αισθητική, η ποιότητα, που για αυτόν ήταν το παν, ενέχει µε όρους απόλυτους - «διαφανείς» θα τους ονοµάτιζε ο Ελύτης - την ηθική συνέπεια και την ιερότητα της «αποστολής» του. Η γλώσσα τού ποιητή, η ελληνική γλώσσα της αδιάσπαστης συνέχειας, µε την οποία ο ίδιος χάραξε «µε σοφία και θάρρος» το σηµείο ενατένισης της πατρίδας και του εαυτού του, είναι η µαγιά µε την οποία έπλασε τον ατοµικό του (και συλλογικό µας) µύθο, «έναν µύθο µε άξονα το φως και τονέρωτα έως θανάτου».Εναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, το 1995, ο Οδυσσέας Ελύτης προήγγειλε µέσω του Τύπου τη συγκέντρωση των συνεντεύξεων που έδωσε κατά τη διάρκεια µισού αιώνα (1942-1992) παρουσίας του στα νεοελληνικά γράµµατα.

Η έκδοση µε τον τίτλο Συν τοις άλλοις , που κυκλοφόρησε πρόσφατα, είναι η ετεροχρονισµένη εκπλήρωση ενός σχεδίου του ίδιου του ποιητή, όπως µας πληροφορεί στο εισαγωγικό της σηµείωµα η σύντροφος και κληρονόµος του Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Οι 37 συνεντεύξεις του βιβλίου, δοσµένες κατά κύριο λόγο σε εφηµερίδες και περιοδικά (πλειοψηφούν «Το Βήµα» και «Τα Νέα»), συσσωµατώθηκαν στη βάση της πρώτης επιλογής που έκανε ο ίδιος ο ποιητής και προστίθενται πλέον δίπλα στην ποίηση, στην πρόζα, στο δοκιµιακό και µεταφραστικό του έργο.

Αποσπασµατική αυτοβιογραφία
Επί της ουσίας, ο άνθρωπος και ποιητής Οδυσσέας Ελύτης αυτοβιογραφείται µε έναν τρόπο αποσπασµατικό, αλλά επαρκέστατο και εν πολλοίς αποκαλυπτικό (η συνοχή της έκδοσης αναδύεται στο τέλος) για εκεί νους που θα αναζητούσαν λ.χ. µια εισαγωγή όχι µόνο στο έργο του, αλλά και στο σύµπαν, πραγµατικό και συµβολικό, από το οποίο γεννήθηκε. Ο Ελύτης, µε αφορµή τις ερωτήσεις των συνοµιλητών του, βρίσκει την ευκαιρία να µιλήσει για τον Ελύτη σε δηµόσια θέα, άλλοτε µε πάθος και ευαισθησία, άλλοτε µε ένταση και σοβαρότητα, ευρισκόµενος σε µια συνθήκη όπου, εκ των πραγµάτων, γίνεται πιο άµεσος εξαιτίας του προφορικού λόγου.

Κατά τα λοιπά, έχουµε έναν Ελύτη λειτουργικά επαναληπτικό. Η επανάληψη αυτή (εκλεπτυσµένα διαφορετική από έναν ποιητή του διαµετρήµατος αυτού που πάντα προσθέτει κάτι) µετατρέπεται σε ένα πλαίσιο βασικών αναφορών που διαπερνούν το έργο του. Οταν δεν είναι επικριτικός γίνεται ελεγχόµενα εξοµολογητικός, αποσαφηνίζοντας σε µεγάλο βαθµό ό,τι θεωρείται «ερµητικό» για την προσέγγιση της ποίησής του και τη στάση του απέναντι στη ζωή. Οταν ο Ελύτης αναφέρεται στις επιρροές και στην ενσυνείδητη διαχείριση των επιδράσεων άλλων δηµιουργών πάνω του γίνεται απολαυστικός. Οι µεταβάσεις λ.χ. από τον ∆ιονύσιο Σολωµό στον Πολ Ελιάρ και από τον Θεόφιλο στον Πάµπλο Πικάσο είναι ενδεικτικές της οικουµενικής αντίληψης του ποιητή για την Ελλάδα.

Η εξονυχιστική ανάλυση πάντως αποφεύγεται, καθώς «θ’ αποτελούσε δολοφονία της φαντασίας του αναγνώστη». Εξάλλου «ο ποιητής απασχολείται όχι µε τον τρόπο που παρουσιάζονται τα ιστορικά ή κοινωνικά φαινόµενα, αλλά µε τον τρόπο που λειτουργεί η συναισθηµατική αντίδραση του συνόλου των ανθρώπων απέναντι σ’ αυτά», εξηγούσε από το 1951 ακόµη ο Ελύτης.

Ο αναγνώστης θα αντιληφθεί χωρίς µεγάλη δυσκολία ότι ο ποιητής είχε µια συνεκτική θεωρία για την τέχνη του, ένα ποιητικό πρόγραµµα «πύκνωσης και µετουσίωσης της γλώσσας», επιβεβληµένο από την τεράστια πνευµατική παράδοση του τόπου του αφ’ ης στιγµής «ο κάθε ποιητής πραγµατώνεται µέσα απ’ τη γλώσσα του».Ο Ελύτης είναι ένας αλχηµιστής που καταφάσκει στη µαγεία και στο βάθος των αισθήσεων, κινείται από µια λαχτάρα «παρθενικότητας» και «διαφάνειας» στην ποίηση για να πολεµήσει την ασχήµια της εποχής του «µε όπλα την οµορφιά και την αθωότητα». Α λλωστε«εγώ ήµουν, απλά και µόνον, ένας χηµικός που έβαζε λίγο βόρειον άνεµο, λίγο λουλακίθαλάσσης, λίγο δέρµα νέας κοπέλας, λίγη κατάνυξη αγιότητας, για να βγάλει το αποτέλεσµα που η ζωή του στερούσε» υπογράµµιζε ο ποιητής, του οποίου «η παιδική ηλικίαδιαµορφώθηκε µέσα σε µιαν ατµόσφαιρα καταθλιπτική».

«Η κακοδαιµονία µας»
Ο Ελύτης, πνεύμα αντίθετο προς όλες τις εξουσίες, επανέρχεται συνεχώς στην κακοδαιμονία της ελληνικής ζωής και διεκδικεί μια πικρή διαχρονικότητα προβληματισμού. «Υπάρχουν δύο Ελλάδες. Αυτή που εξαναγκάζει και τους ίδιους τους υπηκόους της να καταπονεί και σε έναν διεθνή χορό μεταμφιεσμένων να μετέχει με το φόρεμα της Ευρωπαίας (διάβαζε: Αμερικάνας). Και υπάρχει η άλλη, που εξακολουθεί να υπακούει στον Ηράκλειτο και στον Μακρυγιάννη. Η πρώτη μπορεί να καταλυθεί μια μέρα. Η δεύτερη, ακόμη και αν μείνει χωρίς υπόσταση, ποτέ. Τουλάχιστον εγώ, γι’ αυτήν υπάρχω» έγραφε το 1982.

Μαζί με αυτή τη συλλογή των συνεντεύξεων κυκλοφορεί και ένα ηχητικό ντοκουμέντο, ένα CD με τη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία» στις 19 Οκτωβρίου 1979 με αφορμή την αναγγελία για τη βράβευση του Ελύτη με το Νομπέλ Λογοτεχνίας.



Το χρυσό μετάλλιο του βραβείου Νόμπελ, που απονεμήθηκε στον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη (1911-96), στις 10 Δεκεμβρίου 1979.
Δωρεά Οδυσσέα Ελύτη ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Oι πραγματικοί ταξιδιώτες είναι αυτοί μόνο που φεύγουν

Ξύπνησα σήμερα με έναν έντονο «πόνο της φυγής» (mal du départ) τον λέει ο Καββαδίας.

Μου συμβαίνει συχνά αυτό, όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια. Το έχω περιγράψει και αλλού:

«Πολλά είναι τα πρωινά που ξυπνάω με γεύση ματαιότητας και θανάτου. Όμως είναι και άλλα όπου με διακατέχει μία έντονη επιθυμία απόδρασης.

Ονειρεύομαι πως, σιωπηλά, χωρίς κανείς να με πάρει μυρωδιά, μαζεύω μερικά απαραίτητα πράγματα και εξαφανίζομαι. Το που πάω δεν έχει σημασία και αλλάζει από ξημέρωμα σε ξημέρωμα: άλλοτε λιάζομαι σε εξωτικά μέρη και άλλοτε χάνομαι σε μεγαλουπόλεις.

Σημασία έχει ότι φεύγω. Αυτή η λαχτάρα της φυγής είναι τόσο έντονη που με πονάει σωματικά». (Οι Δρόμοι μου, σελ. 652 «Φεύγοντας Ακίνητος»).

Ναι το κεφάλαιο λέγεται «Φεύγοντας ακίνητος» γιατί όσο περισσότερο νιώθω αυτόν τον πόθο, τόσο δεν πάω πουθενά. «Οι χειρότερες φυλακές» λεω παρακάτω, δεν είναι αυτές που δεν μπορείς αλλά που δεν θέλεις να φύγεις».

Α, το ταξίδι! Έχω κάνει πολλά – αλλά είναι πάντα λίγα. Κι όσο περνάνε τα χρόνια, βγάζω ρίζες και μετακινούμαι πιο δύσκολα. Το ξεκίνημα, το ξερίζωμα πονάει – αλλά μετά νιώθεις φτερό στον άνεμο που σε τρέχει. Και φεύγεις, φεύγεις.

Καλύτερα από όλους έχει περιγράψει αυτό το αίσθημα ο Baudelaire:

Mais les vrais voyageurs sont ceux-là seuls qui partent
Pour partir;

Μα οι πραγματικοί ταξιδιώτες είναι αυτοί μόνο που φεύγουν. 

Για να φύγουν. Ανάλαφρες καρδιές, σαν αερόστατα 
Από την μοίρα τους ποτέ δεν απομακρύνονται
Και δίχως να ξέρουν γιατί, λένε πάντα : πάμε!

Ναι, ξύπνησα το πρωί με μια γεύση φυγής στο στόμα. Κι όσο μπορώ, θα την αξιοποιήσω. Ίσως μέσα στη μέρα πεταχτώ σε έναν από τους Κρυφούς Τόπους όπου μπορείς να μείνεις μόνος μέσα σε πολλή ομορφιά.

Έχω ένα κατάλογο από αυτούς του τόπους – κάτι πανέμορφοι αρχαιολογικοί χώροι σε ακτίνα δύο ωρών από την Αθήνα, όπου δεν θα συναντήσετε ποτέ επισκέπτη ή τουρίστα (ίσως κανένα αρχαιομανή Γερμανό) ακόμα και στην μεγάλη τουριστική έξαρση.

Η φυγή. Το ταξίδι. Κι αν ακόμα δεν φύγω, η αίσθηση της αλλαγής με γέμισε.

«Αλλά αχ, εκείνα τα πρωινά που σε πλημμυρίζει η βεβαιότητα της απόδρασης! Τώρα, λες, ΤΩΡΑ θα τα παρατήσω όλα και θα φύγω. Για μια στιγμή είσαι γεμάτος και ευτυχής».

Νίκος Δήμου, πρωτότυπος τίτλος:  "Mal du départ"